Κυριακή, 16 Μαρτίου 2014

Ακαδημία Πλάτωνος: Οι ανασκαφές

Φώτο: Βασίλης Μακρής.  Η Αντιγονή του Σοφοκλή στην Ακαδημία Πλάτωνος από το Εθνικό Θέατρο.

Διάλεξη της αρχαιολόγου Έφης Λυγγούρη -Τόλια στο Σύλλογο Ελλήνων Αρχαιολόγων (15 Μαϊου 2012)
  

Η θέση όπου ιδρύθηκε το κατά τον Κικέρωνα nobilissinumm orbis terrarium gymnasium  της Ακαδημίας, τοποθετείται σύμφωνα με τις γραπτές πηγές στα δυτικά του Διπύλου και κοντά στον λόφο του Ίππιου Κολωνού. Η τοπογραφική εξακρίβωση του ιερού άλσους του Ακαδήμου, και της σχολής του μεγάλου φιλοσόφου Πλάτωνος απετέλεσε κατά το παρελθόν και αποτελεί μέχρι σήμερα ένα από τα πιό σημαντικά προβλήματα της τοπογραφίας των αρχαίων Αθηνών.
     Οι παλαιότεροι ερευνητές μεταξύ των οποίων ο πιό σημαντικός υπήρξε ο Leake Αγγλος συνταγματάρχης, ο οποίος επισκέφθηκε την Αθήνα το 1802 τοποθέτησε την Ακαδημία πρός δυσμάς του Ιππίου Κολωνού, στη θέση Ακαθήμεια ή Καθήμεια αναγνωρίζοντας στο τοπωνύμιο τη λέξη Ακαδήμεια.


     Η ανεύρεση το έτος 1872 κατά τις ανασκαφές της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας του Διπύλου στον Κεραμεικό και σε συνδυασμό με τις μαρτυρίες του Κικέρωνα και Λιβίου τοποθετήθηκε η είσοδος της Ακαδημίας στη θέση όπου βρίσκεται η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, ενώ ο χώρος της Ακαδημίας στην συνοικία Αστρυφος, στην περιοχή του Αγίου Τρύφωνος.
   Η πρώτη απόπειρα γιά την αποκάλυψη της Ακαδημίας πραγματοποιήθηκε το 1908 από τον Π. Καστριώτη χωρίς όμως αξιόλογο αποτέλεσμα.
            Ετσι,μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα η θέση της Ακαδημίας δεν είχε ταυτισθεί. Οι αρχαιολόγοι και οι μελετητές γνώριζαν αορίστως και σύμφωνα με τις αρχαίες μαρτυρίες ότι κοντά στον Ίππιο Κολωνό είχε την Σχολή του ο κορυφαίος φιλόσοφος Πλάτων.
            Από το έτος 1929  ο αρχιτέκτων Παναγιώτης Αριστόφρων, ομογενής εξ Αιγύπτου, και θαυμαστής του Πλάτωνος αποφάσισε να αναζητήσει και εκεί κοντά στα ερείπιά της να ιδρύσει Διεθνές  Κοινό των Ακαδημιών και των Πανεπιστημίων, του οποίου ο σκοπός θα ήταν η μεθοδική συνεργασία προς επιστημονική μελέτη όλων των προβλημάτων, τα οπία απασχολού την ανθρώπινη διάνοια.
Τότε ο Αριστόφρων διέθεσε μεγάλο μέρος της περιουσίας του στην Ακαδημία Αθηνών που ήταν κατά τη γνώμη του η διάδοχος της αρχαίας Ακαδημίας,, προκειμένου να πραγματοποιηθούν ανασκαφές και απαλλοτριώσεις, υπό την εποπτεία του αρχαιολόγου Κ. Κουρουνιώτη σε συνεργασία με όλους τους αρχαιολόγους της Ακαδημίας Αθηνών και με την προσωπική συμπαράσταση του ίδιου του ευεργέτη,στην περιοχή που ήταν τότε γνωστή ως Μπύθουλας ή Βύθουλας
            Στις ανασκαφές αυτές έρχονται στην επιφάνεια σχεδόν όλες οι μέχρι σήμερα σωζόμενες αρχαιότητες στον Αρχαιολογικό Χώρο της Ακαδημίας.
Τα πρώτα αποτελέσματα των ανασκαφών του Αριστόφρονος ανακοινώνονται το 1933 πανυγυρικά στην Ακαδημία Αθηνών. Μία σύντομη αναφορά δημοσιεύεται στα ΠΑΑ του 1933μαζί με ανακοίνωση του Κ. Κουρουνιώτη.      Οι έρευνες διακόπτονται το 1940 με τον πόλεμο. Το 1944 πεθαίνει ο εμπνευστής των ανασκαφών της Ακαδημίας, Π.Αριστόφρων αφήνοντας όμως ένα ιδιαίτερα σημαντικό έργο και μία μεγάλη έκταση αγορασμένη για την συνέχιση των ανασκαφών. Ομως τα αποτελέσματα τ ν ανασκαφών του ουδέποτε έχουν λεπτομερώς δημοσιευθεί.
            Από το 1955 μέχρι το 1963 πραγματοποιούνται ανασκαφές στην Ακαδημία υπό την διεύθυνση του αρχαιολόγου Φ.Σταυροπούλου μέλους της αρχαιολογικής Υπηρεσίας και κυρίως σε κτήμα που είχε αγορασθεί από το Ελληνικό Δημόσιο στα βόρεια του αρχαιολογικού χώρου. Ο Φ. Σταυρόπουλος μαζί  με τον αρχιτέκτονα Ιωάννη Τραυλό είχαν  λάβει μέρος στις ανασκαφές του Παναγιώτη Αριστόφρονος του 1930. Δημοσίευσε σύντομες αρχαιολογικές αναφορές στα ΠΑΕ γιά τις έρευνές του. Δυστυχώς όμως και αυτός δεν προχώρησε σε μιά οριστική δημοσίευση.Κατά τη διάρκεια αυτών των ερευνών ο Σταυρόπουλλος ανέσκαψε τάφους και πηγάδια διαφόρων περιόδων, αποκάλυψε τοίχους και κτίσματα που χρονολογούνται από τους προιστορικούς χρόνους μέχρι και την υστερορρρωμαική εποχή.
            Από το 1962 ο χώρος της Ακαδημίας προσαρτάται επίσημα στην Αρχαιολογική Υπηρεσία, η οποία όμως εξαντλώντας το δυναμικό της στις σωστικές ανασκαφές λόγω του οικοδομικού οργασμού της δεκαετίας 1963-1973 στην πρωτεύουσα αδυνατεί να συνεχίσει τις συστηματική έρευνα. Εκτοτε στον χώρο της Ακαδημίας διενεργούνται περιορισμένες εκτάσεως έρευνες επαληθεύσεως των στοιχείων κυρίως ως προς την στρωματογραφία του χώρου.
Ομως  παράλληλα συνεχίστηκαν από τη ΄Γ Εφορεία οι προσπάθειες γιά την προβολή και ανάδειξη του Αρχαιολογικού χώρου με την ολοκλήρωση των απαλλοτριώσεων. Η προσπάθεια αυτή αντιμετώπισε πολλά προβλήματα κοινωνικά και πολιτικά γιά τις εκάστοτε κυβερνήσεις, λόγω διαμαρτυριών των κατοίκων γιά τις προγραμματισμένες και βαθμιαία πραγματοποιούμενες απαλλοτριώσεις. Ετσι τα όρια του Αρχαιολογικού Χώρου από το έτος 1937 βαίνουν διαρκώς μειούμενα, με εξαίρεση την παροδική διεύρυνσή τους το 1971 λόγω της ανευρέσεως του Ορου της Ακαδημίας στην γωνία των οδών Αίμωνος και Τριπόλεως. Οι μειώσεις αυτές είχαν ως αποτέλεσμα το έτος 1974 ώστε οι διεκδικήσεις του Ελληνικού Δημοσίου να περιοριστούν γύρω από τους υφιστάμενους ανασκαφικούς τομείς και σε μία στενή λωρίδα γής γιά να τους συνδέει ώστε  να καταστεί με την απαλλοτρίωσή της ένας ενιαίος αρχαιολογικός χώρος. Αυτήν τη λωρίδα γής αποχαρακτήρισε με προσωπική πρωτοβουλία και παρά την αντίθετη γνώμη του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου το 1978 ο τότε Υπουργός κ. Γ. Πλυτάς.
Την ενέργεια αυτή ήρθε να διορθώσει τον επόμενο χρόνο  το 1979 ΠΔ του Υπουργείου Δημοσίων Εργων, με το οποίο εγκρίθηκε η τροποποίηση και επέκταση του ρυμοτομικού σχεδίου των Αθηνών εις την περιοχή της Ακαδημίας Πλάτωνος διά του χαρακτηρισμού ως χώρου διά την δημιουργία του Αρχαιολογικού Αλσους της Ακαδημίας Πλάτωνος. Μέσα στον χώρο αυτό συμπεριλαμβάνεται και ο κηρυγμένος Αρχαιολογικός Χώρος με τα όρια του 1974 και , ο οποίος πλέον ενοποιείται.
            Από το 1991 άρχισε να εκτελείται ένα πολύ σημαντικό πρόγραμμα για τον κηρυγμένο Αρχαιολογικό Χώρο της Ακαδημίας με την συνεργασία της Γ’ Εφορείας Αρχαιοτήτων και του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ, το οποίο και ολοκληρώθηκε το 1993. Στο διάστημα αυτό πραγματοποιήθηκαν εκκενώσεις και κατεδαφίσεις 150 απαλλοτριωμένων ακινήτων, τα οποία εν τω μεταξύ είχαν καταληφθεί από αυθαίρετους χρήστες. Μία διαδικασία ιδιαίτερα χρονοβόρα και επίπονη. Ο ελεύθερος χώρος που προέκυψε περίπου 130 στρεμμάτων, ύστερα από κηποτεχνική μελέτη που εκπονήθηκε με τη συνεργασία της Εφορείας με τον Δήμο Αθηναίων, αποδόθηκε στην διαμόρφωση και δημιουργία ενός εκτεταμένου Άλσους, όπως ήταν ο χώρος της Ακαδημίας στην αρχαιότητα.
            Μεγάλα τμήματα του Αλσους περιφράσσονται  και οι σωζόμενες αρχαιότητες  πλέον δεν γειτνιάζουν άμεσα με ιδιοκτησίες. Ομως απαλλοτριώσεις που συντελέστηκαν το 1989 επεκτάθηκαν και σε ιδιοκτησίες εκτός των ορίων του κηρυγμένου χώρου με αποτέλεσμα το 2000 να γίνει νέα κήρυξη γιά να συμπεριλάβει όλα τα τμήματα αυτά με αποτέλεσμα τα δυτικά κυρίως όρια πλέον  να παρουσιάζουν μία τεθλασμένη γραμμή.
      Το έτος 2002 στο βόρειο τμήμα  χωροθετήθηκε διά Νόμου το Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλεως των Αθηνών ένα όραμα των αρχαιολόγων της Γ Εφορείας αλλά και των πολιτών προκειμένου να στεγασθούν οι σημαντικές αρχαιότητες που έχουν έλθει στο φως από τις πολυάριθμες ανασκαφές μέσα στην πόλη των Αθηνών. Σημειώνεται ότι η ίδρυση του Αρχαιολογικού Μουσείου των Αθηνών στον Αρχαιολογικό χώρο της Ακαδημίας Πλάτωνος είχε αποφασισθεί με ΥΑ το έτος 1989.
Η ΄Γ ΕΠΚΑ γιά τον σκοπό αυτό διενήργησε διερευνητικές τομές προκειμένου να ερευνηθεί από αρχαιολογικής πλευράς  η περιοχή που είχε επιλεγεί γιά την ανέργεση του Μουσείου. Διαπιστώθηκε ότι στο βόρειο τμήμα του Αρχαιολογικού Χώρου, όπου είχαν διενεργηθεί σε μεγάλο τμήμα οι ανασκαφές του Σταυρόπουλου, ο χώρος είχε υποστεί πολλές χωματοληψίες λόγω της αργιλώδους συστάσεως του εδάφους, η οποία οφείλεται στις  μεγάλες προσχώσεις του Κηφισού ποταμού. Μάλιστα οι ιδιοκτησίες σε αυτήν την περιοχή αναφέρονται ως χωματερή Μουτζέγια, χωματεριή Κοκκινογένη  χωματερή Μαυρίκη κλπ. Μετά την οριστική διακοπή των χωματοληψιών ο χώρος τους μπαζώθηκε γεγονός που επιβεβαιώθηκε και στις διερευνητικές τομές που οι ακάθαρτες επιχώσεις έφθαναν μέχρι τα 7 έως 10 μ. πολύ βαθύτερα δηλαδή από το επίπεδο των αρχαίων που έχουν μέχρι σήμερα αποκαλυφθεί.  Σε άλλες τομές στα Δ του χώρου διαπιστώθηκαν απαραβίαστα  στρώματα των αρχαικών και υστερογεωμετρικών χρόνων με κύριο χαρακτηριστικό την άργιλο, την άμμο και τα αμμοχάλικά που σαφώς δηλώνουν ότι έχουν σχέση με τις προσχώσεις του Κηφισού ποταμού του οποίου η κοίτη μέσα στους αιώνες άλλαζε πορεία. Σε βαθύτερα στρώματα εντοπίστηκε κεραμεική πρωτοελλαδκής εποχής. Στις διερευνητικές τομές δεν βρέθηκαν αρχιτεκτονικά κατάλοιπα.
Το έτος 2002 επίσης συγροτείται επιτροπή γιά τον καθορισμό ειδικών όρων και περιορισμών δόμησης στην περιοχή γύρω από τον Αρχαιολογικό χώρο της Ακαδημίας Πλάτωνος. Δυστυχώς όμως λόγω διαμαρτυριών των κατοίκων της περιοχής δεν ελήφθησαν υπόψη όλες οι  προτάσεις, ιδιαίτερα αυτές που είχαν σχέση με τον περιορισμό του ύψους των κτηρίων. Ετσι το ύψος περιορίστηκε μόνον σε οικοδομές που είχαν πρόσωπο στον αρχαιολογικό χώρο.
        Η Γ ΕΠΚΑ για την αντιμετώπιση πολεοδομικών και κυκλοφοριακών προβλημάτων που προέκυψαν μετά τις  κατεδάφισεις  και την ενοποίηση των αρχαιολογικών  χώρων ζήτησε την συνδρομή του Δήμου Αθηναίων και της ΕΑΧΑ ΑΕ. προκειμένου να γίνουν σχετικές μελέτες.
 Σήμερα οι περισσότερες απαλλοτριώσεις έχουν συντελεστεί και αναμένεται η ολοκλήρωσή των ελαχίστων που έχουν ακόμη απομείνει Το 2011 γιά τον εξορθολογισμό των δυτικών ορίων επεκτάθηκε ο αρχαιολογικός χώρος με νέα κήρυξη και αποφασίστηκαν και άλλες  απαλλοτριώσεις ιδιοκτησιών γιά τον σκοπό αυτό.

Επιπλέον οι απαραίτητες διαδικασίες γιά το Αρχαιολογικό Μουσείο των Αθηνών έχουν προχωρήσει και αναμένεται η προκήρυξη του σχετικού Αρχιτεκτονικού Διαγωνισμού γιά την ανέγερσή του.


(συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου