Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2011

Το κρατσούτσο του ρετσινοδίαιτου



από το 7ο φύλλο της εφημερίδας μας που κυκλοφορεί
Ιστορίες για τις ιστορικές ταβέρνες της γειτονιάς: "Φανερή Κάνουλα", "Μπιραρία του Μαυρομάτη", "Σκαλούμπακας", Κοτταρού", "Μανώλιας", "Ο Αττικός" 
έργο του Νότη Ξάνθη

Tης Γεωργίας Π. Ξάνθη

έργο του Νότη Ξάνθη
Δύο θηλυκά υμνήθηκαν τόσο πολύ στην Αθήνα: Η γυναίκα και η ρετσίνα. Λέει το τραγούδι: «Ο έρωτας και το κρασί το ίδιο κάνουνε μεθύσι». Το κρασί, η ρετσίνα, η ξανθιά νύφη της Αττικής, υμνήθηκε από αξέχαστους μουσικοσυνθέτες και ποιητές και ηθοποιούς.
Ο Ορέστης Μακρής, ο ωραιότερος μεθύστακας του ελληνικού κινηματογράφου, με ασταθή βηματισμό, φτάνει στο στέκι που θα τον φιλοξενήσει για αρκετές ώρες, αφού, αν και ζαλισμένος, θέλει να γευτεί την «άριστη ποιότητα του οίνου».
Η ζέστη στην καρδιά της θύμησης των οινομαγειρείων, των κρασοπουλειών, της μπακαλοταβέρνας, μας οδηγεί σε μιαν άλλη εποχή, αυθεντική και μερακλίδικη. Ηταν πολύ φτωχά τα χρόνια τότε, φτωχή και η γειτονιά της ταβέρνας, ακόμη πιο φτωχός και ο μεζές.
Στη γειτονιά μας τα ταβερνάκια ήταν συγχρόνως και μπακάλικα. Δίπλα από τα τσουβάλια με τα όσπρια, κάποια σιδερένια τραπεζάκια με ψάθινες καρέκλες για να καθίσει κάποιος να πιει το κρασάκι του με τον απαραίτητο μεζέ. Ελιά, σαρδέλα πάνω σε αμπελόφυλλο, λακέρδα σε λαδόκολλα ή και κάτι της ώρας, από τη γυναίκα του ταβερνιάρη. Μπορεί τα οινομαγειρεία να ήταν λίγα, αλλά προσέφεραν τα καλύτερα. Ξεκινώντας από το περιβάλλον, ζεστό και οικείο, και καταλήγοντας στο καλό χύμα κρασί από τα Μεσόγεια. Λευκό η κόκκινο, σκέτο για τους μερακλήδες ή με μια ντομάτα στα τέσσερα, έτσι «για να μη σε κόψει το στομάχι». Οι περισσότερες διέθεταν και υπόγειο ή υπόγα. Τα υπόγεια κουτούκια, γεμάτα βαρέλια, πάντα αριθμημένα, με τη μυρωδιά του οξειδωμένου κρασιού, μέσα στην τσίκνα και την κάπνα, χωρίς όμως να ενοχλεί κανένα. Στέκι για τους ρετσινοπότες της Παλιάς Αθήνας, με έναν διάκοσμο με λαϊκές τοιχογραφίες και θέματα από την ελληνική μυθολογία, που απέδιδαν και την μεγάλη ιστορική αξία ενός δώρου ευλογημένου, του οίνου, που εύφραινε τις καρδιές των ανθρώπων.
Στη γειτονιά μας υπήρχε και μια ονομαστή μπιραρία. Η γνωστή από το όνομα του ιδιοκτήτη της, Μπιραρία του Μαυρομάτη, στη γωνία Λ. Κωνσταντινουπόλεως και Ιεράς Οδού. Μεγάλη αίθουσα, με κήπο, με φοίνικες, δάφνες, γιασεμιά και αγιοκλήματα, σέρβιρε μεζέδες ορεκτικότατους, συνοδευόμενους πάντα με μαύρη μπίρα της εταιρίας Κλωναρίδη, σε χοντρό, ψηλό ποτήρι. Η εταιρία Κλωναρίδη δεν υπάρχει σήμερα, αλλά ούτε και η μπιραρία.
Η Φανερή Κάνουλα, Διστόμου και Αλεξανδρείας, του Σπαταναίου Γιώργου Φράγκου, με γεύσεις σπιτικές, μαγειρευτά φαγητά αρίστης ποιότητας, αφού την κουζίνα επέβλεπε η γυναίκα του, η Κούλα. Εξάλλου το κρασί δεν το πίνεις μια κι έξω σαν πρωτάρης, αλλά σιγά σιγά, για να γευτείς και το εντελώς ξεχωριστό άρωμα του πεύκου που ξενίζει τους άμαθους. Σήμερα η Φανερή Κάνουλα είναι κλειστή και οι πόρτες σφραγισμένες.
Στην οδό Αλεξανδρείας και Αστρους, ο Αττικός, με αυλή και κληματαριά. Χρόνια πολλά ιδανικό καλοκαιρινό στέκι για τους ντόπιους Κολωνιώτες που εκτιμούσαν τις χορταστικές, και κυρίως σε φτηνές τιμές, μερίδες. Σήμερα, στην ίδια θέση, κομμωτήριο εξαώροφης πολυκατοικίας.

έργο του Π. Ξάνθη
Η Κοτταρού, στην οδό Αγίας Σοφίας, υπόγειο κουτούκι. Πάντα τα υπόγεια απέπνεαν μια μαγεία. Μάλλον ένα τέτοιο κουτούκι πρέπει να ενέπνευσε και τον Κώστα Βάρναλη για να γράψει το καταπληκτικό στους «Μοιραίους»: Μες στην υπόγεια την ταβέρνα, μες σε καπνούς και σε βρισιές, απάνω στρίγκλιζε η λατέρνα, όλη η παρέα πίναμε εψές. Στην Κοτταρού το περιβάλλον ήταν ζεστό και οικείο και η σπεσιαλιτέ έφτανε αμέσως στο τραπέζι. Μπακαλιάρος ξαρμυρισμένος, τηγανισμένος στο κουρκούτι, αφράτος, που παραμένει μέχρι τώρα αξέχαστη η νοστιμιά του σε μνήμες παλιών του πελατών.
Η ταβέρνα του Σκαλούμπακα, από τις πολύ παλιές ταβέρνες στον Κολωνό, γωνία Μύλων και Διστόμου. Σπεσιαλιτέ τα γαρδουμπάκια. Αξέχαστες γεύσεις που εκτιμούσαν ντόπιοι και επισκέπτες άλλων συνοικιών.
Ο Μανωλιάς, στην οδό Ακαδημία Πλάτωνος. Και σήμερα τα ωραιότερα παϊδάκια. Ολα μετρούν έναν αιώνα ζωής κι όμως αντέχουν και διατηρούν αναλλοίωτο το ύφος και τον χαρακτήρα της ταβέρνας.
Στις παλιές ταβέρνες, οινομαγειρεία της συνοικίας μας, χωρίς τους πληθωρικούς κατάλογους, αλλά με τις απλές γεύσεις, όπως ρεβιθάδες, φασολάδα, φάβα, ψαράκια τηγανητά και χύμα βαρελίσιο κρασί, τραγουδούσαν καντάδες, ρεμπέτικη μουσική, και θαύμαζες τους μερακλήδες με τις ασίκικες στροφές.
Από τα κατρούτσα και τα γιοματάρια οδηγηθήκαμε στον οικοδομικό οργασμό, μαζί με την έλλειψη χώρου, και οι παραδοσιακές ταβέρνες έγιναν τα πρώτα θύματα της ανοικοδόμησης, καθώς γκρεμίστηκαν και πολύ γρήγορα στη θέση τους υψώθηκαν πολυκατοικίες. Σήμερα, σε πείσμα των καιρών, ας προσπαθήσουμε να βρούμε την αυθεντικότητα εκείνης της αυθόρμητης, της αθώας και μερακλίδικης εποχής.
Ας καληνυχτίσουμε τα τερατώδη σε όγκο και θόρυβο σκυλάδικα ή πολιτιστικά κέντρα, όπως τα λένε, της Ιεράς Οδού, της Κωνσταντινουπόλεως και της Πειραιώς, με το «καλά κρασιά» και «εις άλλα με υγεία» για τους αισιόδοξους της Αθήνας.

1 σχόλιο:

  1. Η υπογεια η ταβερνα που συχναζε ο Βαρναλης υπαρχει ακομα, ονομαζεται διπορτο και βρισκεται στο κατω μερος της αγορας στο κεντρο της Αθηνας

    ΑπάντησηΔιαγραφή