Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2014

Στην οδό Ισμήνης του ονείρου


Την μάνδρα του Αγησίλαου δεν μπορούσε κανένας να την πλησιάσει. Από πλίθρα ψηλή, άγρια με τα ξερά χορτάρια να προεξέχουν , πάνω στον μακρύ χωματόδρομο της Ισμήνης που ένωνε τον ΄Ιππειο Κολωνό με τον  αρχαίο λόφο της Ευχλόου Δήμητρας, τον Λόφο Σκουζέ.
 Δυο τρία πατήματα από τον τοίχο και πολύ ήταν. Απαγορευόταν και το κρυφοκοίταγμα από τους περίεργους της γειτονιάς, που έγιναν περίεργοι από αγάπη ,μετά τον πρόωρο χαμό της αγαπημένης του Ιφιγένειας. Έκλεισε και σφάλισε την πράσινη σιδερένια πόρτα με τα ανάγλυφα πουλιά του έρωτα, δεξιά και αριστερά, έκλεισε την γειτονιά απέξω και άφησε τα κλαδιά της ακακίας να κρέμονται και να μπερδεύονται με αυτά της μουριάς και της συκιάς. Μπερδεμένα πράγματα, μπερδεμένες σκέψεις, δεμένες κόμπο με σφίξιμο στην καρδιά.
Καθημερινές παρουσίες στην μάνδρα , το ερωτευμένο ζευγάρι των γάτων.

Απολάμβαναν την ατίθαση ομορφιά του κήπου, παρακολουθούσαν την κίνηση, και επειδή ήταν μαθημένοι να κρυφακούνε, γνώριζαν με το νι και με το σίγμα τι γινόταν στην αυλή. Αλλά δεν μαρτύραγαν. Μόνο νιαούριζαν και η γειτονιά καταλάβαινε ότι έκλεβαν τα παραμιλητά του Αγησίλαου, που δεν μπορούσαν να μεταφράσουν και περίμεναν υπομονετικά την επιστροφή του . Στ' αυτιά τους  έφτανε μια μουρμούρα, από τον Αγησίλαο  που μιλούσε ολομόναχος.
Στην οδό Ισμήνης του Κολωνού, οι εποχές άλλαζαν και το καταλάβαινες αμέσως από τις μυρουδιές. Πες το χώμα του δρόμου, πες το άρωμα από τον λόφο του Σκουζέ, πες το κελαίδημα των πουλιών από τον λόφο του Ιππείου Κολωνού, πες τα χρώματα των λουλουδιών , το αγιόκλημα, το γιασεμί , από τους κήπους των χαμηλών σπιτιών. Πάντως το καταλάβαινες αμέσως.
Η Άνοιξη ήταν αυτή που κτύπησε και την Αφροδίτη  , την έκανε να χάσει την υπομονή της. Στην ανυπόμονη δυνατή  φωνή της, τίποτα δεν στάθηκε εμπόδιο, διαπέρασε την μάνδρα και δυνάμωνε από την ανάγκη να τον δει , τόσο που παρά λίγο να του τρυπήσει τα αυτιά. Τα λόγια της φτάσανε καθαρά στ’ αυτιά του. Δυστυχισμένε! του είπε …Θα σε ρημάξει η απελπισία.
Της άνοιξε δίχως να μιλήσει.” Άφησέ με. Θέλω να μείνω μονάχος.” Το σαγόνι του έτρεμε απ’ το παράπονο. Η λύπη του άνδρα, μετατράπηκε σε παράπονο μικρού αγοριού. Η γειτονιά παρακολουθούσε, στην αρχή πίσω από τα μισόκλειστα παράθυρα, μετά βγήκε στο δρόμο, στην Ισμήνης του Κολωνού,  στον δρόμο τον μαθημένο σε χαρές ,λύπες, αγωνίες, έγνοιες και μάχες. Ήταν κάτι σαν προαπάντημα. Η παρουσία τους του φαινότανε αλλόκοτη, αλλά συνειδητοποίησε πόσο του είχαν λείψει.
Το ερωτευμένο ζεύγος των γάτων, άκουγε τις μελωδίες των πουλιών από τον κήπο και νιαούριζαν προσπαθώντας να καταλάβουν τον χαρούμενο ρυθμό της μελωδίας. Μετά πρόσεξαν τον ήλιο ,που του χρύσιζε τα χέρια, και ξαφνικά άκουσαν την καμπάνα , από την εκκλησιά του Αγίου Αιμιλιανού, που χτύπησε δώδεκα φορές. Την άκουσε και ο Αγησίλαος αυτήν την μελωδία ,για πρώτη φορά μετά από τόσο καιρό. Ξαναγύρισε στην ζωή, εκεί στην αγαπημένη του γειτονιά, εκεί στο δρόμο της Ισμήνης, με τα χαμηλά σπίτια και τους κήπους με το αγιόκλημα και το γιασεμί κάτω από έναν τρυφερό αλλά αβάστακτο ουρανό.

Γεωργία Π.Ξάνθη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου