Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2014

Στην οδό Ισμήνης του Κολωνού


Μια φορά και σε κάποιον παλιό  καιρό , η κυρία Νομική , από την παλιά , την πάνω γειτονιά μου , κάπου στην οδό Ισμήνης  στα πόδια του Ιππείου Κολωνού, πήγαινε κάθε πρωί  , οκτώ  η ώρα  ακριβώς  , στο μπακάλικο του κυρ-Νικόλα ,  για να αγοράσει το κάτι τι της.
Από το μπακάλικο  ,  μετά από καμιά ώρα και βάλε , ποτέ δεν έβγαινε μόνη.  Μαζί της και αγκαζέ , η αγαπημένη της κουμπάρα , η Ζωγραφία. Κάθε πρωί , το ίδιο βιολί , όπως έλεγε και ο συμπαθέστατος  παντοπώλης. Μπούρ- μπούρ- μπούρ  και μπούρ-μπούρ , χωρίς όμως να τις έχει βαρεθεί. Του άρεσε , το περίμενε , αγωνιούσε  να τις δει . Πρώτα την μία και μετά την άλλη.  Και στο τέλος το στρίμωγμα στη πόρτα. Και αυτό το περίμενε το είχε προβλέψει όπως κάθε πρωί και για πολλά χρόνια.

Στριμώχνονταν στην πόρτα, το αγκαζέ δεν το άφηναν , όπως δεν άφηναν και την κουβέντα. Τόσο απορροφημένες ήταν που ξεχνούσαν και τα κάτι τις τους. Έτρεχε ο κυρ Νικόλας ,  τις φώναζε  και από τις φωνές του , έβγαιναν στη πόρτα η κυρία Σοφία και η Διαλεκτή.
Η Διαλεκτή ,  γυναικάρα , ξανθιά ,στρουμπουλή , γεμάτη γοητεία και  αγαπημένη πολλών , και στα στόματα και στις σκέψεις. Ήξερε πάντα πως ήταν στο επίκεντρο των συζητήσεων. Της άρεσε να μαθαίνει τα νέα που προξενούσε η παρουσία της , Και ανάλογα, χαμογελούσε η θύμωνε. Χαμογελούσε με τις υπερβολές , θύμωνε με τις αλήθειες. Περπατούσε στην Ισμήνης, έστριβε στην  Ραιδεστού  και μέχρι να βγει στην Ιωαννίνων, σκόνταφτε αρκετές φορές .Το μάτι της έλεγαν οι φιλενάδες της, τα ψηλοτάκουνα τις έλεγαν οι « άλλες ». Έτσι έβγαιναν και από την καχύποπτη λίστα  των υπόπτων. Αν και η Διαλεκτή  δεν πλήγωνε ποτέ κανέναν και καμία  , ήταν υπεράνω. Διαλεκτή  , το φώναζε  και το όνομά της , ήξερε να κάνει την  σωστή  διαχείριση των αισθημάτων της. Δεν γιόρταζε ποτέ το όνομά της, αλλά γιόρταζε στη όμορφη γειτονιά τα γενέθλια της. Είχε γεννηθεί  λίγο  πριν την  κατοχή  ,  Όλα τα καλούδια από τον κύρ-Νικόλα και τα μεζεδάκια από τις φιλενάδες , της καρδιακές και τις άλλες. Και ένα μεγάλο τραπεζομάντηλο, στρωμένο πάνω από τα πολλά ενωμένα  τραπεζάκια  , εκεί ,  στον χωματόδρομο  πάνω από την Αγία Ελεούσα πάντα έξι Αυγούστου. Μέσα στο κατακαλόκαιρο και δεν έλειπε κανείς.
Την κυρία Διαλεκτή την είδα και τα θυμήθηκα  καθώς προσπαθούσε να περάσει την Λένορμαν , όπως πάντα ατίθαση. Για να πάει στο φανάρι ούτε λόγος. Τα αυτοκίνητα νευρικά κόρναραν , αλλά αυτή αγέρωχη ,  αφού πάντα η παρουσία της προξενούσε ταραχή , ακόμα  και χωρίς τα τακούνια .  Τώρα πηγαίνει στο σούπερ Μάρκετ, και βγαίνει πάντα μόνη , χωρίς την Ζωγραφία .  Ο κυρ- Νικόλας , μάλλον θα έχει ανοίξει μπακάλικο σε άλλη περιοχή, σε άλλο τόπο ,ίσως χλοερό.
Έφτασε κοντά μου, της μίλησα , της είπα το όνομα μου  , για την παλιά γειτονιά, δεν με αναγνώρισε. Η γειτονιά δεν έχει αλλάξει , μου είπε, οι τότε παρουσίες όμως έγιναν απουσίες.
Τις εικόνες τις κρατά φυλαγμένες  σε βελούδινο κουτί με περιτύλιγμα την καρδιά της ,  και θα το ανοίξει  όταν φτάσει η στιγμή ,  στις αγαπημένες απουσίες. Και τις στιγμές , θα τις ξαναβρώ όμως , έτσι είπε, και θα τα ξαναζήσω . Και έφυγε , με την δύναμη της νεανικής καρδιάς που κουβαλούσε μια κυρία 75 ετών.


Γεωργία Ξάνθη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου